Κρίση, χρεοκοπία και αριστερά (1ο μέρος)
Σχέδιο έκτακτης ανάγκης για να πληρώσουν οι καπιταλιστές και τα λαμόγια τους
“Βρισκόμαστε σε πόλεμο” δηλώνει ο Γ. Παπανδρέου κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Μέχρι νεωτέρας γνωρίζουμε ότι θα χαθεί το 1/3 από τα δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα στο δημόσιο και όπως όλα δείχνουν και στον ιδιωτικό τομέα. Βεβαίως στην τελευταία περίπτωση δεν θα κερδίσουν τίποτα τα δημόσια ταμεία αλλά τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Επιπλέον τα επιδόματα στο δημόσιο που ως γνωστόν συμπληρώνουν το βασικό μισθό των 900 ευρώ θα μειωθούν κι αυτά 12%. Συνολική απώλεια μέχρι στιγμής στις ετήσιες αποδοχές ενός υπαλλήλου από 10% μέχρι και 15%, χωρίς να υπολογίζουμε την επιπλέον μείωση από την κατάργηση της αυτοτελούς φορολόγησης. Επίσης παγώνουν όλες οι συντάξεις,, ενώ μειώνονται εκείνες μαζί και οι αποδοχές στις πρώην ΔΕΚΟ κατά 7%. Αν σε αυτά προσθέσουμε την αύξηση του ΦΠΑ κατά 2% και στους ειδικούς φόρους σε καύσιμα και τσιγάρα κατά 40% η μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης ξεπερνάει κατά πολύ το 20%. Πτώση που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη αν συνυπολογίσουμε το περσινό πάγωμα των μισθών και τις εξαγγελίες ότι μέχρι το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού να πέσει στο 3% οι μισθοί θα παραμείνουν παγωμένοι σίγουρα για τα επόμενα 3-4 χρόνια.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η βίαιη συμπίεση του εργατικού κόστους δεν θα περιοριστεί στο δημόσιο αλλά θα επεκταθεί και στον ιδιωτικό τομέα. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και οι εξαγγελίες για το ασφαλιστικό, με δύο στόχους: Η μέση σύνταξη να ανέβει κατά 3-4 χρόνια φτάνοντας τα 65 και ταυτόχρονα να μειωθεί στα 2/3 της σημερινής, αφού θα αλλάξει άρδην ο τρόπος υπολογισμού της.
Ας σκεφτούμε για λίγο σαν μαρξιστές
Είναι καθαρή αφέλεια να πιστεύει κανείς ότι όλα αυτά θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα και ότι απλώς συμβαίνουν για να μειωθούν τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και το δημόσιο χρέος. Στην πραγματικότητα τα μέτρα αποσκοπούν στο ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κρίσης καταρχήν με την αύξηση του ποσοστού του κέρδους ή αλλιώς της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να συμβεί αυτό πέρα από την αύξηση της υπεραξίας. Με άλλα λόγια μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης, του εργατικού μισθού. Πολλοί αριστεροί οικονομολόγοι αναρωτιούνται για το πώς θα βγει η οικονομία από την κρίση όσο θα μειώνονται οι μισθοί και μαζί μ’ αυτούς η ζήτηση. Για ακόμα μια φορά η αιτία της κρίσης φαίνεται να είναι η υποκατανάλωση της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα η κρίση δεν οφείλεται στη χαμηλή ζήτηση αλλά στην πτώση των ποσοστών του κέρδους και επομένως στην αδυναμία του κεφαλαίου να αναπαραχθεί. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι “οι κρίσεις πάντοτε προετοιμάζονται από μια περίοδο ακριβώς όπου οι μισθοί αυξάνουν γενικά και η εργατική τάξη παίρνει μεγαλύτερη μερίδα εκείνου του τμήματος του ετήσιου προϊόντος που προορίζεται για κατανάλωση” (Κεφάλαιο, Κ. Μαρξ, τ. 2, σελ. 415) Ακόμα και η κρίση που ζούμε εδώ και δύο χρόνια και η οποία εξελίσσεται σε μια μακροχρόνια ύφεση έρχεται ύστερα από μια έκρηξη της κατανάλωσης, ακόμα κι αν αυτή ήταν αποτέλεσμα της έξαρσης του δανεισμού. Σε κάθε περίπτωση αξίζει να γίνει αυτή η συζήτηση σε μια έκταση.
Στην πραγματικότητα το κεφάλαιο ενδιαφέρεται πάνω απ’ όλα για την κερδοφορία του. Όταν αυτή η κερδοφορία πέφτει κάτω από ένα μέσο ποσοστό τότε παύει να αναπαράγεται, ή τέλος πάντως αναπαράγεται με ολοένα μεγαλύτερη δυσκολία. Το που θα βρει μέρος για να αποκομίσει κέρδη είναι μια άλλη υπόθεση. Στο βαθμό που αυτό δεν γίνεται στην πραγματική οικονομία, τότε κατευθύνεται σε άλλες περιοχές, σε μετοχές, ομόλογα, παράγωγα και κάθε είδους χρηματοοικονομικά προϊόντα που υποτίθεται αντανακλούν κάτι στην πραγματική οικονομία. Εκεί έχουν βρει καταφύγια τρισεκατομμύρια δολάρια (περίπου 600, 10 φορές δηλαδή το παγκόσμιο ΑΕΠ) μέχρι να αποδειχτεί ότι και αυτά είναι μια φούσκα και τίποτα άλλο. Η αναπαραγωγή του κεφαλαίου δεν πραγματοποιείται με κανένα καθώς πρέπει τρόπο. Η αστική τάξη δεν συμπεριφέρεται εχθρικά μόνο στους εργάτες αλλά και αναμεταξύ της. Η προσπάθεια να επιτευχθούν μεγαλύτερα κέρδη δεν αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια του κεφαλαίου ενάντια στους εργάτες, αλλά εκδηλώνεται ταυτόχρονα και στο εσωτερικό της με την όξυνση του ανταγωνισμού. Το κεφάλαιο που δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ανελέητο ανταγωνισμό από τα άλλα κεφάλαια καταστρέφεται. Οι αστοί οικονομολόγοι τη διαδικασία αυτή απαξίωσης του κεφαλαίου την περιγράφουν ως δημιουργική καταστροφή. Για τους μαρξιστές αυτό λέγεται κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Τεράστια κεφάλαια που αδυνατούν να πετύχουν ποσοστά κέρδους που να τα κάνει άξια να αναπαραχθούν. Ο κύκλος αυτός επαναλαμβάνεται σε περιορισμένη κλίμακα κάθε 10 περίπου χρόνια και σε εκτεταμένη μορφή κάθε 50 και με μια απόκλιση αναλόγως των γενικότερων συνθηκών. Μιλάμε για τα μακρά κύματα της κρίσης, ή αλλιώς κύματα Κοντράντιεφ.
Γιατί τα λέμε όλα αυτά; Γιατί έχουμε βαρεθεί να διαβάζουμε στον αριστερό τύπο τις κοινοτυπίες του αστικού. Πριν λοιπόν μιλήσουμε για την δημοσιονομική κρίση, για τους κερδοσκόπους που “επιτίθενται στη χώρα”, για το αν τα κράτη χρεοκοπούν ή όχι, για τον αν υπάρχουν λεφτά ή δεν υπάρχουν, για το αν κάποιοι τα φάγανε και που τα πήγανε, για το αν πρέπει η ΕΕ να αναθεωρήσει το σύμφωνο σταθερότητας και να χαλαρώσει τα κριτήρια τις ΟΝΕ (60% δημόσιο χρέος, 3% έλλειμμα) και να δείξει ο βορράς την αλληλεγγύη του στο νότο παρέχοντας χαμολότοκο δανεισμό στην Ελλάδα, για το αν η κρίση θα ξεπεραστεί μετά από μακρόχρονη 20ετή τουλάχιστον προσπάθεια αλλαγής του αναπτυξιακού ελληνικού μοντέλου, για το αν οι κυβερνήσεις του νότου μαζί με τους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης θα πρέπει να αντισταθούν στις αγορές κ.ο.κ. ας μιλήσουμε για την ουσία αυτής της κρίσης σαν μαρξιστές.
Η κρίση του χρέους είναι μέρος της συστημικής καπιταλιστικής κρίσης
Και για να μην παρεξηγηθούμε. Συστημική κρίση δεν σημαίνει το τέλος του καπιταλισμού. Μπορεί και ναι μπορεί και όχι. Το κάθε κοινωνικό σύστημα δεν είναι μόνο οικονομία αλλά και κοινωνικοί σχηματισμοί. Δεν υπάρχει ακριβώς ένα βιολογικό ρολόι που θα σημάνει το τέλος του. Μια συστημική κρίση θέτει σε δοκιμασία το ίδιο το σύστημα μέχρι ενδεχομένως να βρει μια νέα ισορροπία. Η κρίση αυτή μπορεί κάτω από ορισμένες συνθήκες να οδηγήσει στην ανατροπή του εποικοδομήματος μέσα στο οποίο ζουν και αναπαράγονται οι υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής. Αυτό συμβαίνει γιατί σε μια τέτοια μεταβατική περίοδο η οικονομική κρίση μετατρέπεται σε κρίση ηγεμονίας της άρχουσας τάξης, η οποία αδυνατεί να διατηρήσει τους δεσμούς της με κοινωνικά στρώματα που μέχρι τότε θεωρούσαν τον εαυτό τους κομμάτι του μπλοκ εξουσίας, με τα αναγκάια υλικά ανταλλάγματα βεβαίως. Αυτό συμβαίνει όταν ευρύτερα μικροαστικά στρώματα, και τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας πέφτουν θύματα της οικονομικής κρίσης, βλέπουν τα προνόμιά τους να χάνονται και μαζί μ’ αυτά χάνουν και την εμπιστοσύνη τους όχι μόνο στην άρχουσα τάξη και τους μηχανισμούς της αλλά και στο ίδιο το σύστημα. Χωρίς να είναι αναπόφευκτο, σε μια τέτοια περίοδο είναι δυνατό μια οικονομική κρίση αυτής της έκτασης να οδηγήσει σε κρίση ηγεμονίας της άρχουσας τάξης η οποία ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια επαναστατική κρίση. Κάτι τέτοιο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον υποκειμενικό παράγοντα, σε τελευταία ανάλυση από τον επαναστατικό βολονταρισμό πολιτικών δυνάμεων που συνειδητά δίνουν στην κρίση μια αντικαπιταλιστική διέξοδο.
Όπως και να γίνει όμως ο καπιταλισμός από την εποχή του Μαρξ δεν έχει ανακαλύψει κανένα άλλο τρόπο για να ξεπερνά τις κρίσεις του πάρα μόνο μέσα από μια βίαιη αύξηση των ποσοστών του κέρδους. Η κρίση λοιπόν στων εργατών την πλάτη. Αυτό φυσικά σημαίνει και καταστροφή ενός μεγάλου τμήματος του συσσωρευμένου κεφαλαίου που δεν βρίσκει τρόπο να αναπαραχθεί. Εξάλλου η αξία του κεφαλαίου στον καπιταλισμό εξαρτάται από την απόδοσή του. Το αν αυτή η καταστροφή θα γίνει με πόλεμο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Σημασία έχει ότι πρέπει να καταστραφεί, και μαζί μ’ αυτό απαξιώνεται το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων. Γι’ αυτό και η κρίση φέρνει ανεργία, πτώση της ζήτησης, κλείσιμο εργοστασίων, φτώχεια κ.ο.κ. Όταν το κεφάλαιο αποκαταστήσει την κερδοφορία του, και στο βαθμό που το σύστημα επιβιώσει τότε ένας νέος κύκλος ξεκινάει.
Θα πει κανείς: Μα όλα αυτά είναι γνωστά, τι νόημα έχουν τώρα; Έχουν νόημα στο βαθμό που συνεχίζουμε να είμαστε μαρξιστές, όχι όταν συζητάμε για την κρίση του 1929, αλλά για τη σημερινή κρίση. Όχι για να κάνουμε ακαδημαϊκές συζητήσεις αλλά για να εξοπλιστούμε με το κατάλληλο πολιτικό πρόγραμμα από τη σκοπιά πάντα του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού, αν φυσικά ενδιαφερόμαστε γι’ αυτά.
Στην ουσία τώρα. Η κρίση των χρεών είναι μια πραγματική κρίση και όχι ένα ιδεολόγημα της αστικής προπαγάνδας προκείμενου να πάρει πίσω τις μεταπολεμικές εργατικές κατακτήσεις. Η κρίση του χρέους δεν διαφέρει στην ουσία της από την κρίση της φούσκας των επισφαλών δανείων που έσκασε το 2008. Για μια δεκαετία και πλέον ο καπιταλισμός ντοπάρεται με κάθε είδους δάνεια. Από ένα σημείο και πέρα ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των χρηματιστηρίων το 1999 η απελευθέρωση της αγοράς αυτής οδήγησε σε ένα άνευ προηγουμένου ράλι χορηγήσεων και μαζί με αυτό ενός πλήθους νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων, όπως τα ξακουστά δομημένα ομόλογα ή τα CDS-ασφάλιστρα των δανείων από τον κίνδυνο να μην αποπληρωθούν.
Πολλοί πιστεύουν ότι τα δάνεια δίνονται αφειδώς προκειμένου να κινηθεί η πραγματική οικονομία και να ενισχύεται η ζήτηση. Αυτό πράγματι λειτουργούσε έτσι άλλά δεν ήταν αυτός ο στόχος. Το κίνητρο για παροχή δανείων δεν είναι το αν θα προκαλέσει ζήτηση καταναλωτικών προϊόντων αλλά το κέρδος που αποκομίζει η τράπεζα από το επιτόκιο. Το απίστευτο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία αυτά χρόνια οφείλεται όχι σε μια συντονισμένη προσπάθεια τόνωσης της ζήτησης αλλά στην τυφλή επιδίωξη κεφαλαίων αμύθητης αξίας που ήδη έχουν αποσυρθεί από την πραγματική οικονομία και ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους να επενδυθούν αποκομίζοντας έστω και 4, 5, 6 ή και 16% κέρδος. Αυτό το κέρδος δίνουν τα επιτόκια δανεισμού αναλόγως την περίπτωση. Αν είναι στεγαστικά, επαγγελματικά, καταναλωτικά, κρατικά ομόλογα, δομημένα, αμοιβαία κ.ο.κ. Πάνω στις απαιτήσεις από τα δάνεια οι τράπεζες δημιουργούσαν νέα προϊόντα που τα πουλούσαν σε άλλες τράπεζες και από κει καινούργια προϊόντα που τα ξαναπουλούσαν σε άλλες επίσης τράπεζες ή σε ασφαλιστικά ταμεία ή σε ιδιώτες πάντα με μια αμοιβή. Στην Ελλάδα αυτή η αγορά οδήγησε σε ένα πρωτοφανές δημόσιο και ιδιωτικό χρέος. Δεν θα μιλήσουμε εδώ για την απάτη που στήθηκε τα προηγούμενα χρόνια που η άρχουσα τάξη μαζί με το πολιτικό της σύστημα παραμύθιαζε την κοινωνία για τους ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 4% του ΑΕΠ, για τις μεγάλες ιδέες, για τους ολυμπιακούς, για την Ευρώπη, για τον εκσυγχρονισμό και κάθε είδους άλλες προσδοκίες προκειμένου να διατηρήσει τους ρυθμούς αύξησης της ανεξέλεγκτης δανειοδότησης. Όλα αυτά οδήγησαν τελικά στα 300 δις δημόσιο χρέος, άλλα τόσα ιδιωτικό και μια οικονομία που κυριολεκτικά τα έχει φτύσει. Ουδόλως ενδιαφέρονται τώρα αν με τα σκληρά μονεταριστικά μέτρα λιτότητα θα παγώσει η αγορά, θα αυξηθεί η ανεργία, θα πέσει η κατανάλωση. Το χρηματιστικό κεφάλαιο απαιτεί εδώ και τώρα τους τόκους του, για να εξασφαλίσει στον εαυτό του και την πελατεία του τα ποσοστά κέρδους που έχει ανάγκη για την αναπαραγωγή του. Μα έτσι καταστρέφεται η πραγματική οικονομία. Ε και λοιπόν, ποιος σκοτίζεται γι’ αυτό. Μα αυτό είναι αυτοκτονία. Καμία αντίρρηση και αυτοί που λιώνουν στα ναρκωτικά ξέρουν πολύ καλά ότι αυτοκτονούν, αλλά δεν μπορούν να κάνουν κι αλλιώς. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.
Το πρόβλημα που βρίσκεται τώρα; Στο ότι οι δανειστές θεωρούν ότι το ελληνικό κράτος με το έλλειμμα που έχει, θα βρεθεί στο άμεσο διάστημα σε αδυναμία να συνεχίσει ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δημόσιο χρέος. Ακόμα κι αν το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας είναι μικρό (2,7 της ευρωζώνης και 2% της ΕΕ) ο κίνδυνος παραμένει μεγάλος γιατί μια χρεοκοπία της Ελλάδας θα σημάνει της έναρξη ενός ντόμινου που κανείς δεν ξέρει που θα σταματήσει, δεδομένου ότι μετά ακολουθούν η Ισπανία, η Πορτογαλία , η Ιταλία, η Ιρλανδία, η Αγγλία και πάει λέγοντας. Το πρόβλημα στην πραγματικότητα δεν είναι η χρεοκοπία των κρατών αλλά η χρεοκοπία των τραπεζών και όλων αυτών που κρατάνε στα χέρια τους κρατικά ομόλογα και που υποτίθεται κοστίζουν μια ορισμένη περιουσία. Επιπλέον στη φούσκα αυτή δεν συμμετέχουν μόνο οι τράπεζες και οι καταθέτες τους αλλά επίσης ασφαλιστικά ταμεία, επιχειρήσεις και κάθε είδους οργανισμοί. Όλοι αυτοί, στους ισολογισμούς εγγράφουν μια σειρά περιουσιακών στοιχείων στο ενεργητικό τους. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία πχ σε μακροπρόθεσμες απαιτήσεις από κρατικά ομόλογα της τάδε χώρας έχουν αποκτηθεί με χρήματα των ασφαλισμένων τους. Φυσικά αυτές οι επενδύσεις μέχρι στιγμής αποφέρουν κάποιους τόκους και έτσι αξιοποιούνται τα διαθέσιμα των ταμείων αυτών. Όταν όμως πάψουν να εξυπηρετούνται αυτές οι απαιτήσεις τότε όχι μόνο χάνονται οι τόκοι, αλλά απαξιώνεται και η αξία του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί σ’ αυτούς τους τίτλους. Αν γίνει εδώ μια πραγματική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των ελληνικών ασφαλιστικών οργανισμών θα βλέπαμε πόσα δις ενδεχομένως έχουν ήδη χαθεί από την απαξίωση τέτοιων τίτλων. Έτσι αν σταματήσει να πληρώνει η Ελλάδα τα τοκοχρεολύσια απειλείται με ντόμινο όλη η αγορά ομολόγων και μαζί με αυτήν ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και όσοι έχουν επενδύσει εκεί.
Τελικά “υπάρχουν λεφτά”;
Στην αριστερή αρθρογραφία υπάρχει η αίσθηση ότι δεν είναι τόσο σοβαρό το ζήτημα. Αυτή η οπτική διαπερνά σχεδόν ολόκληρη την αριστερά. Από το ΚΚΕ και τους συνδικαλιστές όλων των τάσεων της αριστεράς που με έναν αυτιστικό τρόπο ισχυρίζονται ότι “λεφτά υπάρχουν” απλά κάπου τα κρύβουν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι όλα όσα λέγονται περί χρεοκοπίας είναι απλώς ιδεολογική τρομοκρατία. Φυσικά μια τέτοια αντιμετώπιση του ζητήματος επιτρέπει σε όλους αυτούς να κινιούνται στην πεπατημένη επαναλαμβάνοντας τη συνθηματολογία των προηγούμενων χρόνων σαν να μην συμβαίνει τίποτα καινούργιο. Το γεγονός ότι φαίνονται εκτός τόπου και χρόνου δεν φαίνεται να τους απασχολεί καθόλου. Κοντά σε αυτή την χοντροκομμένη αντίληψη που μπορεί να βολεύει τη συνδικαλιστική ρουτίνα για να συνεχίζει απτόητη να ζητάει την ικανοποίηση των “χρόνιων αιτημάτων” της, αναπτύσσεται μια πιο εκλεκτική άποψη που καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα παραθέτοντας όμως και στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι δεν έχει μόνο η Ελλάδα πρόβλημα με τα ελλείμματα και το χρέος αλλά και άλλες χώρες (PIGS…). Επίσης ότι η Ελλάδα είναι τόσο μικρή που δεν είναι δυνατόν να απειλεί όλο το σύστημα με κατάρρευση. Και φυσικά στο τέλος όλοι δείχνουν το έλλειμμα των ΗΠΑ. Να κι αυτοί έχουν έλλειμμα σαν της Ελλάδας και χρέος αν όχι 120% του ΑΕΠ, έστω 90%. Όλα αυτά θα ήταν κάπως έτσι αν δεν υπήρχε καμία δυναμική. Αν σκεφτεί όμως κανείς ότι μετά την Ελλάδα έρχεται η μισή Ευρώπη μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Επιπλέον πρέπει να συνυπολογίσει ότι οι επενδύσεις σε ομόλογα και ότι έχει χτιστεί πάνω σ’ αυτά είναι ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Είναι κι αυτή μια υπερτιμημένη φούσκα. Αν κάποιος σταματήσει να πληρώνει οι πάντες θα τρέξουν να ξεφορτωθούν αυτά τα ομόλογα, καθώς και όλα τα άλλα που πιθανόν αύριο να βρεθούν στο στόχαστρο. Η εμπιστοσύνη στην αγορά ομολόγων θα καταρρεύσει και μαζί της θα καταρρεύσουν οι αξίες αυτών των κεφαλαίων.
Το ερώτημα όμως παραμένει, γιατί πρώτα η Ελλάδα; Καταρχήν αυτό δεν είναι αλήθεια. Πριν από την Ελλάδα, το Νοέμβρη, χρεοκόπησε το Ντουμπάι. Πριν απ’ αυτό χρεοκόπησε η Ισλανδία, ενώ χώρες όπως οι βαλτικές, η Ουγγαρία κλπ. αναγκάστηκαν να απευθυνθούν για δανεισμό στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα όμως είναι μια κλάση παραπάνω. Πρώτον γιατί όντως ο συνδυασμός ελλείμματος και χρέους είναι πρωτοφανής. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ισπανία δεν έχει πρόβλημα. Όμως η Ισπανία μέχρι το 2007 είχε πλεόνασμα στο προϋπολογισμό και επίσης το χρέος της δεν ξεπερνά το 60%. Ε δεν θέλει και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι αν θα σκάσει κάποιος πρώτος αυτός θα είναι η Ελλάδα, και ακριβώς γι’ αυτό ασχολούνται οι “κερδοσκόποι” μαζί της . Δεύτερον γιατί ανήκει στην ευρωζώνη. Τι σημαίνει αυτό; Είναι εντελώς διαφορετικό η Ελλάδα της δραχμής και με έλλειμμα 14% το 1990, με το σημερινό 12,7% έλλειμμα σε ευρώ. Καταρχήν γιατί ακόμα και το 90 το χρέος δεν ήταν 120% του ΑΕΠ αλλά 75%. Η ουσιώδης όμως διαφορά είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν στη ζώνη του “ισχυρού” ευρώ και όχι της άγνωστης δραχμής. Υποτίθεται ότι η συμμετοχή στην ευρωζώνη προσφέρει αν μη τι άλλο πρόσβαση σε χρηματοδότηση με ευνοϊκούς όρους. Αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί το αντιστάθμισμα της πτώσης της ανταγωνιστικότητας που θα είχε ο ελληνικός καπιταλισμός από το ευρώ σε πρώτη φάση. Το να καταλήγεις ύστερα από μια δεκαετία να δανείζεσαι με 6,5% με ποσοστά δηλαδή που δανείζονται τριτοκοσμικές χώρες, αυτό τι άλλο δείχνει πέρα από έλλειψη εμπιστοσύνης όχι απλώς στην Ελλάδα, αλλά στο ίδιο το ευρωνόμισμα. Γι’ αυτό η Μέρκελ έχει κυριολεκτικά χάσει τον ύπνο της.
Εδώ απειλείται το ίδιο το ευρώ. Όποιος έχει βεβαίως την άποψη ότι η Ελλάδα είναι κάτι σαν την Αιθιοπία είναι προφανές ότι δεν αντιλαμβάνεται περί τίνος πρόκειται. Παρόλα αυτά πάνω στο ευρώ στηρίζεται η Γερμανία, η Γαλλία και εν πάση περιπτώσει το 25 ίσως και το 30% της παγκόσμιας οικονομίας. Αν καταρρεύσει το ευρώ οι επιπτώσεις θα είναι δραματικές για τις ισορροπίες ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος. Τέλος να πούμε ότι όντως και οι ΗΠΑ έχουν μεγάλο χρέος και έλλειμμα. Μόνο που το χρωστάνε κυρίως στον εαυτό τους. Το 2009 το αμερικάνικο δημόσιο δανείστηκε 1,5 τρις δολάρια. Απ’ αυτό το 1,2 τρις το τύπωσε η FED (ομοσπονδιακή τράπεζα). Αυτό προκάλεσε μια μικρή πτώση του δολαρίου σε σχέση πάντα με την ποσότητα που μπήκε στην κυκλοφορία. Οι ΗΠΑ με αυτόν τον τρόπο εξάγουν την κρίση τους σε όλο τον πλανήτη. Αυτό είναι το προνόμιο που έχει ο έκδοτης ενός νομίσματος που χρησιμοποιείται επίσημα στις διεθνείς συναλλαγές και σαν παγκόσμιο αποθεματικό. Η σύγκριση λοιπόν θα ήταν πετυχημένη μόνο αν και η Ελλάδα θα μπορούσε να καλύπτει τα ελλείμματα της τυπώνοντας χρήμα και μάλιστα χωρίς να δημιουργεί πληθωρισμό. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτό δεν μπορεί να το πετύχει ούτε η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα). Το πόσο αξιολογείται το ευρώ φαίνεται και στην πτώση του από τα μέσα του Γενάρη και δώθε όταν από 1,46$ έπεσε στο 1,35$.







