Η θέση της Ρωσίας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, 1ο μέρος
Το κορυφαίο γεγονός του τέλους του 20ου αιώνα, είναι αναμφίβολα η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των λαϊκών δημοκρατιών. Η παλιά μεταπολεμική γεωπολιτική ισορροπία ανατράπηκε και οι ΗΠΑ έμοιαζαν ως η μόνη υπερδύναμη. Ταυτόχρονα η επανένταξη στον καπιταλιστικό σύστημα νέων αγορών, η μείωση του κόστους παραγωγής από την υπερπροσφορά φθηνής εργατικής δύναμης και την αυτοματοποίηση των υπηρεσιών, επέτρεψαν στην παγκόσμια οικονομία να αναπτυχθεί με ταχείς ρυθμούς σε ένα ενιαίο πια πλαίσιο (παγκοσμιοποίηση). Η ιδεολογική ηγεμονία του καπιταλισμού συμπυκνώθηκε στην υπερφίαλη διατύπωση περί του τέλους της ιστορίας.
Η Ρωσία τη δεκαετία του 1990
Το κόστος μετάβασης από τον (αν)υπαρκτό σοσιαλισμό στον καπιταλισμό ήταν δυσβάσταχτο για τη Ρωσία. Οι θεραπείες-σοκ που σύστησε το ΔΝΤ διέλυσαν τον κοινωνικό ιστό βυθίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην εξαθλίωση. Η οικονομική καταστροφή μπορεί να συγκριθεί με την ύφεση της δεκαετίας του 30 για τις ΗΠΑ. Η νέα αστική τάξη στελεχώθηκε από πρώην ανώτατους γραφειοκράτες,που κυριολεκτικά σε μια νύχτα από διορισμένοι διευθυντές μετατράπηκαν σε ιδιοκτήτες των επιχειρήσεων που διεύθυναν. Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί οι νεορώσοι ήταν υβρίδια, Ροκφέλερ με το μουστάκι του Στάλιν. Η ανάδυση τέτοιων τυχοδιωκτών, η εποπτεία της οικονομίας από τη Δύση, η καταστροφή του σοβιετικού κράτους πρόνοιας, η βαθιά ύφεση και ο τριψήφιος μέχρι το 1995 πληθωρισμός δημιούργησαν χιλιάδες νεόφτωχους και άνοιξαν το δρόμο στη Μαφία και στη δημιουργία ενός άγριου γκαγκστερικού καπιταλισμού που ήταν αδύνατο να αναπτυχθεί, πόσο μάλλον να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ. Ουσιαστικά ο φορέας σύστασης της αστικής τάξης ήταν ένα μίγμα μαφίας-νομεκλατούρας.
Η χρεοκοπία της χώρας το 1998, δεν ήταν απλά αποτέλεσμα της επιθετικότητας των κερδοσκοπικών κεφαλαίων, αλλά απεικόνιζε την αποτυχία της οικονομικής πολιτικής των προηγούμενων ετών. Η αδυναμία του κράτους να πληρώσει μισθούς και συντάξεις (εξωτερικό χρέος 80δις $) , η υποτίμηση του ρουβλιού, οι αρνητικοί ρυθμοί ανάπτυξης όλη τη δεκαετία του 1990 που μείωσαν το ΑΕΠ κατά 40% (με εξαίρεση πενιχρή ανάπτυξη 1% το 1997), η μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης κατά δέκα χρόνια σε συνδυασμό με την τυφλή αποδοχή κάθε αμερικανικής ή δυτικής επιταγής (1ος πόλεμος στο Ιράκ διάλυση Ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, βομβαρδισμοί του 1999) μετέτρεψαν τη Ρωσία σε ταπεινωμένο γίγαντα και έθρεψαν τις αμερικάνικες ιμπεριαλιστικές αυταπάτες για μονοκρατορία. Δύο χαρακτηριστικές σκηνές που συμπυκνώνουν την παρακμή: ο μεθυσμένος Γιέλτσιν να κάνει το μεσαιωνικό τζουτζέ στον αυτοκράτορα Κλίντον και ο Γκορμπατσώφ να διαφημίζει πίτσα. Είναι φανερό πως τμήματα της ρωσικής ελίτ, εκφράζοντας σε ένα βαθμό και το κοινό αίσθημα, συνειδητοποίησαν την ανάγκη για μια αλλαγή στρατηγικής. Πολύ απλά αν η Ρωσία ήθελε να διεκδικήσει κάποτε το ζωτικό της χώρο και να βρει εκ νέου τη θέση της στο γεωπολιτικό ανταγωνισμό, έπρεπε πρώτα να σταθεροποιηθεί εσωτερικά, προσφέροντας μια βάση για την εξόρμηση των ρωσικών κεφαλαίων.
Η εποχή Πούτιν
Ο Πούτιν ήταν διορισμένος αντιπρόεδρος το 1997 και το 1998 αναλαμβάνει τη διεύθυνση των μυστικών υπηρεσιών. Τον Αύγουστο του 1999 διορίζεται από τον Γιέλτσιν πρωθυπουργός, τον Ιανουάριο του 2000 ύστερα από την παραίτηση Γιέλτσιν αναλαμβάνει προσωρινός πρόεδρος, για να εκλεγεί πανηγυρικά το Μάρτιο. Ο Πούτιν εκπροσωπούσε τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης που έμειναν απ’ έξω από την καταλήστευση του δημόσιου πλούτου της εποχής Γιέλτσιν, αλλά κυρίως εκείνα που συνειδητοποίησαν πως η συνέχιση μιας τόσο κραυγαλέας άνισης οικονομικής πολιτικής, δίχως τον παραμικρό σχεδιασμό, θα ναρκοθετούσε μακροπρόθεσμα την ίδια την ανάπτυξη. Ο πρώην σταθμάρχης της KGB κατάλαβε έγκαιρα αυτό που είχε πει κι ο Μαρξ: πως ο χειρότερος εχθρός του καπιταλισμού είναι ο μεμονωμένος καπιταλιστής. Το κράτος ενοποίησε όλες τις αντιμαχόμενες μερίδες της αστικής τάξης που δεν είχαν στοιχειώδη ταξική συνείδηση και απειλούσαν να ναρκοθετήσουν κάθε απόπειρα οικονομικής ανάκαμψης. Για αυτό το λόγο τσάκισε τα μεμονωμένα ενεργειακά μαγαζάκια και τα ενοποίησε υπό τον έλεγχο του κράτους στον κολοσσό της Gazprom. Η στρατηγική αυτή φάνηκε να αποδίδει και η Ρωσία μέχρι την κρίση αναπτυσσόταν με 6% ετησίως ,το κατά κεφαλήν εισόδημα από 600 δολλάρια έφτασε τα 4500, ενώ μια σχετική ομαλότητα στην πληρωμή συντάξεων και μισθών, η φυλάκιση κάποιων από τα παράσιτα που πλούτισαν στις αρχές του 90, στα πλαίσια ανακατατάξεων στους κόλπους της αστικής τάξης, προσέφέραν στον Πούτιν την απαραίτητη συναίνεση. Η Ρωσία έμοιαζε να αφήνει πίσω τη δεκαετία του 90 και να μοιάζει με έναν πιο κλασικό καπιταλισμό. Ως φυσικό επακόλουθο της σχετικής σταθερότητας στο εσωτερικό, διεκδικεί τον παραδοσιακό γεωπολιτικό της ρόλο σε μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και αναζήτηση νέων ισορροπιών.
Αξίζει να ειπωθεί πως ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας που εγκαινιάστηκε με την 11/9, επέτρεψε τη δημιουργία μιας επίπλαστης συμμαχίας των εθνικών ελίτ κατά του κοινού εχθρού. Η Ρωσία μπόρεσε έτσι να επιλύσει το Τσετσενικό, επιβάλοντας με ωμή βία σταθερότητα στην πλούσια αυτή επαρχία της, υπό τη συνένοχη σιωπή της Δύσης, κλείνοντας ένα ανοιχτό μέτωπο. Η σφαγή στο θέατρο το 2002 και στο Μπεσλάν το 2004 με προφανείς ευθύνες των ρωσικών υπηρεσιών, αποτέλεσαν τα τελευταία επεισόδια ενός ασύμμετρου πολέμου. Σε καμία περίπτωση η σταθερότητα στην Τσετσενία με το διορισμό Καντίρωφ δε συνεπάγεται την οριστική επίλυση, προφανώς άδικη, του Τσετσενικού. Όμως από την εποχή που ο Πούτιν συναντούσε τον Μπους στο ράντσο του και η τρομοκρατική απειλή κάλυπτε τις αντιθέσεις τους, έχουμε περάσει πια σε μια νέα ισορροπία που χαρακτηρίζεται από σκληρό ανταγωνισμό, κάτι που πολλοί αναλυτές αποκαλούν νέο Ψυχρό Πόλεμο. Η επανάκαμψη της Ρωσίας οφείλεται στο συνδυασμό της συγκυρίας των υψηλών τιμών ενέργειας (μέχρι την εκδήλωση της κρίσης) και της διακυβέρνησης Πούτιν, αλλά και στην καθήλωση των Ηπα στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Η αντιδραστική ουτοπία του μονοπολικού κόσμου και του αμερικανικού 21ου αιώνα, δίνει τη θέση της σε έναν πολυπολικό ανταγωνιστικό κόσμο. Ας εξετάσουμε τη θέση της Ρωσίας σε αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Σχέσεις Ηπα-Ρωσίας
1) έγχρωμες επαναστάσεις και γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί
Όπως αναφέραμε από την ανοιχτή εξάρτηση (οικονομική και πολιτική) της δεκαετίας του 1990, περάσαμε στην παθητική συνύπαρξη και από το 2005 στην επιμέρους αντιπαράθεση. Η αντίθεση Ρωσίας-Ηπα εντοπίζεται καταρχήν σε αυτό που οι Ρώσοι αποκαλούν γεωπολιτική περικύκλωση της Ρωσίας. Η ρωσική ελίτ θεωρεί τον εαυτό της κληρονόμο του ζωτικού χώρου της ΕΣΣΔ. Η γεωγραφική της θέση, την καθιστά μια ηπειρωτική χώρα, δίχως θαλάσσιες διεξόδους. Με δεδομένο πως χωρίς έξοδο στη θάλασσα καμία χώρα δεν μπορεί να διεκδικήσει ρόλο υπερδύναμης, οι ΗΠΑ θέλουν να απομονώσουν τη Ρωσία, ενώ η Μόσχα διεκδικεί το ζωτικό χώρο που της είναι απαραίτητος για την εφόρμηση των κεφαλαίων της. Οι βαλτικές χώρες έχουν γίνει δεκτές στην ΕΕ (Λιθουανία, Λεττονία, Εσθονία) και το πολιτικό τους σύστημα, όπως και η νέα εθνική του ταυτότητα αρθρώνονται σε μια αντιρωσική βάση, που δε διστάζει να δικαιώσει και το δοσιλογισμό του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Από αυτή την άποψη η Ρωσία δεν έχει έξοδο στη Βαλτική Θάλασσα, ούτε πολιτικά ερείσματα σε αυτές τις κοινωνίες, αλλά αντίθετα αποτελούν ένα τμήμα της ΕΕ ανοιχτά αντιρωσικό.
Οι σχέσεις με Ουκρανία και Γεωργία είναι πολύ πιο πολύπλοκες. Η πορτοκαλί επανάσταση στην Ουκρανία και η αντίστοιχη επανάσταση των ρόδων στη Γεωργία εφεραν στην εξουσία ανοιχτά φιλοδυτικά καθεστώτα (Γιουσένκο και Σαακασβίλι), τερματίζοντας τη μακροχρόνια ρωσική κυριαρχία στην περιοχή. Οι αλλαγές αυτές χρηματοδοτήθηκαν ανοιχτά από τις Ηπα, μέσω κονδυλίων με όχημα ΜΚΟ-βιτρίνες της CIA που εκμεταλλεύτηκαν τη δυσαρέσκεια του λαού από τις αυταρχικές φιλορωσικές ηγεσίες. Μία αντίστοιχη απόπειρα στο Κιργιστάν έπεσε στο κενό, καθώς η εξέγερση δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει μια ελεγχόμενη διαδοχή και τερματίστηκε πριν γίνει απειλητική. Οι δύο αυτές χώρες μαζί με Μολδαβία καιΑζερμπαιτζάν, αποχώρησαν από την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ), το δίαδοχο υπερεθνικό οργανισμό της ΕΣΣΔ και σχημάτισαν νέα ένωση, τη GUAM σπάζοντας την επιρροή της Μόσχας από την Ανατολική Ευρώπη ως τον Καύκασο , φιλοδοξώντας να δημιουργήσουν έτσι ένα νατοικό προγεφύρωμα. Το 2007 συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από την υπογραφή της διακήρυξης ειδικής συνεργασίας (Charter on a Distinctive Partnership) που υπέγραψε το ΝΑΤΟ με την ουκρανική ηγεσία στη διάσκεψη της Μαδρίτης, τον Ιούλιο του 1997. Το βορειοατλαντικό επιτελείο αντιλαμβάνεται τη γεωγραφική Ευρασία, αλλά και τις χώρες που συμμετέχουν στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) ως έναν στρατηγικό εναλλακτικό χώρο, επέκτασης των νατοϊκών δομών άμυνας και ασφάλειας.
Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν άμεση. Τον Ιανουάριο του 2006 έκλεισε τις στρόφιγγες του φυσικού αερίου στην Ουκρανία σε μια πρωτοφανή επίδειξη δύναμης, κάτι που επανέλαβε και φέτος, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι όποιος φεύγει από τη σφαίρα επιρροής έχει και τις συνέπειες. Ταυτόγχρονα διεύρυνε την επιρροή της όχι μόνο στην φιλορωσική αντιπολίτευση, αλλά και στο φιλοδυτικό μέτωπο με την προσέγγιση της Τιμοσένκο. Ουσιαστικά σχεδόν μια πενταετία μετά, η πορτοκαλί επανάσταση, έχει πενιχρά αποτελέσματα, η ουκρανική κοινωνία είναι βαθιά πολωμένη σε κυβερνητική κρίση και ουσιαστικά χρεοκοπημένη. Καμία σχέση δηλαδή με την αμερικανική προσδοκία ενός κράτους ισχυρού που θα μπορούσε να παρακάμψει τη Ρωσία στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης. Επιπλέον το 2017 λήγει η διακρατική συμφωνία για τον ελλιμενισμό του ρωσικού στόλου στην Κριμαία, την έξοδο της Ρωσίας στη Μαύρη Θάλασσα, μέσω της λειτουργίας της ναυτικής βάσης της Σεβαστούπολης. Ο Ιβάνοφ, αναπληρωτής πρωθυπουργός οταν ρωτήθηκε από το ΒΒC αν φαντάζεται την Κριμαία να μην αποτελεί βάση ελλιμενισμού δήλωσε: «θα μπορούσα να το φανταστώ αν η τότε ουκρανική κυβέρνηση δεν ανανεώσει τη συμφωνία». Είναι φανερό όμως πως η Ρωσία δε θα μείνει αδιάφορη στις πολιτικές εξελίξεις της Ουκρανίας μιας χώρας που η ρωσική ελίτ, θεωρεί επέκταση του ζωτικού της χώρου, ειδικά σε μια συγκυρία που τα εκατ. των πορτοκαλί επαναστάσεων μοιάζουν χαμένη επένδυση. Η σκληρή διπλωματική γλώσσα υπενθυμίζει το προφανές: το ενεργειακό όπλο είναι πρωτίστως διπλωματικό και ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας δεν μπορεί να απολαμβάνει τις προνομιακές τιμές διάθεσης φυσικού αερίου που ίσχυαν πριν την έλευση Γιουσένκο. Οι Ηπα δε μοιάζουν φυσικά διατέθειμένες να απεμπολήσουν την προοπτική ένταξης αυτής της περιοχής στη σφαίρα επιρροής τους γι’ αυτό και η Κλίντον κατά την πρώτη επίσκεψή της στην Ευρώπη, συνεχίζοντας την πολιτική της προκατόχου της Κοντολίζα Ράις κάλεσε εκ νέου τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ να «αφήσουν ανοιχτή την πόρτα» στη Γεωργία και στην Ουκρανία, καταδίκασε την «εισβολή της Ρωσίας στη Γεωργία» τον περασμένο Αύγουστο και εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για τη χρήση της «ενέργειας ως όπλου» στη διαμάχη για το φυσικό αέριο μεταξύ Μόσχας και Κιέβου.
Στη Γεωργία, η Ρωσία συσφίγγει τις οικονομικές της σχέσεις με τις αποσχισθείσες επαρχίες της Γεωργίας, Ν.Οσετία και Αμπχαζία, ως απάντηση στη μονομερή αναγνώριση του Κοσόβου. Η απάντηση της Γεωργίας στη ρωσική κίνηση οδήγησε σε ένα μίνι πόλεμο που έληξε με τη νίκη της Ρωσίας και την επιβεβαίωση της κυριαρχίας της στην περιοχή. Οι Ρώσοι κυανόκρανοι διατηρούν τις θέσεις του, ενώ δημιουργείται κοινή οικονομική ζώνη Οσετίας-Ρωσίας. Ο Σαακασβίλι, προφανώς με την υποστήριξη των Ηπα και ειδικά της φράξιας Τσέινι, θέλησε να δοκιμάσει τα ρωσικά όρια. Την ίδια στιγμή ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θέλησε να ανιχνεύσει τις πραγματικές δυνατότητες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και αν πίσω από τις ρωσικές ρητορείες υπήρχε κάτι περισσότερο από απειλές. Η Ρωσία αντιλήφθηκε πως μια ενδεχόμενη αδράνεια της θα υποδήλωνε αδυναμία κι έτσι η πρώτη πολεμική σύγκρουση Ηπα-Ρωσίας έλαβε χώρα, έστω και δι’ αντιπροσώπου. Επίσης η γρήγορη ρωσική αντίδραση έστειλε μηνύματα προς τη Μολδαβία και την αμφισβητούμενη περιοχή της Υπερδεινηστερίας, στην Ουκρανία και φυσικά στην Ευρώπη που διχάστηκε για μια ακόμη φορά. Πολιτικά ο Σαακασβίλι ηττήθηκε καθώς μεγάλο μέρος του γεωργιανού λαού, θεώρησε πως λειτούργησε είτε τυχοδιωκτικά, είτε ως φερέφωνο ξένων συμφερόντων. Αξίζει να σημειωθεί πως σε Ουκρανία και Γεωργία υπάρχει μεγάλη μερίδα της νεολαίας και του λαού, αλλά και της άρχουσας τάξης που έχει σαφή αντινατοικό προσανατολισμό. Κάτι που φάνηκε από τις μεγάλες διαδηλώσεις και τις σφοδρές συγκρούσεις κατά της ένταξης αυτών των χωρών στο ΝΑΤΟ
2) ενεργειακοί ανταγωνισμοί
Η οικονομική διάσταση ήταν πάντα μια συνιστώσα του διπλωματικού ανταγωνισμού και αυτή η τάση την τελευταία δεκαετία έγινε κυρίαρχη σε τέτοιο βαθμό, ώστε διπλωμάτες να συμπεριφέρονται ως εκπρόσωποι συγκεκριμένων συμφερόντων, σε βάρος μιας συνολικότερης οπτικής του πλέγματος των διεθνών σχέσεων. Μια τέτοια εξέλιξη ήταν σε ένα βαθμό μια αναπόφευκτη συνέπεια της κυριαρχίας του καπιταλιστικού μοντέλου σε όλο τον πλανήτη. Σε αυτό το πλαίσιο το ενεργειακό όπλο είναι το όχημα μιας γεωοικονομικής επέκτασης. Η ρωσική άρχουσα τάξη, έχοντας δημιουργήσει το ημικρατικό μονοπώλιο της Gazprom μπορεί να εκμεταλλευτεί το φυσικό πλούτο της χώρας πιο αποτελεσματικά. Η Ρωσία αυτή τη στιγμή είναι δεύτερη σε παραγωγή πετρελαίου μετά τη Σαουδική Αραβία και πρώτη σε φυσικό αέριο με τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως. Στις αιτιάσεις των Ηπα πως η Gazprom δεν είναι μια απλή εταιρεία, αλλά ο βραχίονας της ρωσικής επέκτασης, ο πρόεδρος Μεντβέντεφ που υπήρξε πρόεδρος της, έχει δηλώσει το αυτονόητο πως δηλαδή και οι αμερικάνικες εταιρείες εξυπηρετούν τα αμερικάνικα συμφέροντα. Η Ρωσία προσπαθεί να μετατραπεί στον αποκλειστικό προμηθευτή ενέργειας της Ευρώπης. Είναι προφανές ότι οι Ηπα θεωρούν πως μια τέτοια εξέλιξη υπονομεύει τα συμφέροντα τους στη γηραιά ήπειρο και έχουν αντιληφθεί πως μια αναβάθμιση της Ρωσίας θα σήμαινε την αρχή του τέλους της αμερικανικής ηγεμονίας. Εξάλλου όλες οι πολεμικές εκστρατείες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι δημιουργία προγεφυρωμάτων στα σύνορα της Ρωσίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, έχουν ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής στην οποία βρίσκονται τα πετρέλαια του πλανήτη και άρα το γεωπολιτικό έλεγχο του κόσμου για τον επόμενο αιώνα. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός προσπαθεί να χαράξει ενεργειακούς αγωγούς που θα παρακάμπτουν τη Ρωσία και θα τροφοδοτούν απευθείας την Ευρώπη με τα κοιτάσματα της Κασπίας, περιορίζοντας έτσι τη Ρωσία στο ρόλο ενός ακόμα προμηθευτή. Η Ρωσική άρχουσα τάξη όμως αφενός έχει συνάψει συμβόλαια με Ουζμπεκιστάν, Καζακστάν και Τουρκμενιστάν ( Μάιος 2007) για την από κοινού εκμετάλλευση των κοιτασμάτων, αφετέρου χαράσσει ενεργειακούς αγωγούς ευθέως ανταγωνιστικούς στα σχέδια των Ηπα, όπως ο South Stream , Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, υποθαλλάσιος αγωγός με Γερμανία, γνωστός και ως North Stream.
Η Μόσχα προτάσσει αγωγούς που ξεκινούν από το έδαφος της και τροφοδοτούνται με ρωσικό φυσικό αέριο ή πετρέλαιο. Οι Ηπα και μέρος της ΕΕ (θα επανέλθουμε αναλυτικά σε ειδικό κεφάλαιο) προτάσσουν το αζέρικο φυσικό αέριο και την Τουρκία, αλλά και την Ελλάδα χώρες-σταθμούς. Ειδικότερα όσον αφορά στους αγωγούς πετρελαίου:
Ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης, με τριμερή συμμετοχή Ελλάδας, Βουλγαρίας και Ρωσίας, με κόστος 1 δις $, φιλοδοξεί να μεταφέρει 50 τόνους ρωσικού πετρελαίου ετησίως, αναμένεται να λειτουργήσειτο 2011.(συμφωνία ίδρυσης 15/03/07) (ρωσικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Τζειχάν(BTC). Εγκαινιάστηκε το 2006 με κόστος 4δις$ και μήκος 1760 χλμ. Καρπός διπλωματικών χειρισμών των Ηπα με την Τουρκία, το Αζερμπαιτζάν και τη Γεωργία με προοπτική μεταφοράς 50 εκ τόνους ετησίως, δηλαδή 1,3% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Κυρίαρχος μέτοχος με 30% η BP, ενώ ακολουθεί η αζέρικη AzBTC με 25% και οι Chevron, Total, Eni, Conoco Phillips, Statoil, Itochu, Amerada Hess και INPEX με μονοψήφιες συμμετοχές. Μελλοντικά προβλέπεται επέκταση του προς το Καζακστάν. (δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Κιρκούκ-Τζειχάν με μήκος 966χλμ, που ξεκινά από το κατοχικό ιρακινό Κουρδιστάν με χωρητικότητα 71εκ τόνους. (δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Σαμψούντα-Τζειχάν, που μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο από τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία στη Δύση, με κυριότερο όφελος την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας στα Στενά. (ρωσοτουρκικος αγωγός)
Αναφορικά τώρα με τους αγωγούς φυσικού αερίου:
Ο αγωγός Blue Stream. Σύμπραξη Ρωσίας-Τουρκίας, με μήκος 1213 χλμ, με υποθαλάσσιο τμήμα στη Μαύρη Θάλασσα, με ικανότητα μεταφοράς 8 δις κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου, ποσότητα που αναμένεται να διπλασιαστεί το 2010. με κόστος 3.2 δις $, κατασκευάστηκε από κοινοπραξία της Gazprom με την ιταλική Eni.(ρωσικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Μπακού-Τιφλίδα-Ερζερούμ (BTE), που στοχεύει στη μεταφορά φυσικού αερίου από την Κασπία στην Τουρκία και από εκεί στη Δύση, με δυνατότητα μεταφοράς 16 δις κυβικά μέτρα. Συμπληρωματικό τμήμα αυτού του αγωγού είναι και η κατασκευή υποθαλάσσιου τμήματος στο βυθό της Κασπίας, που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από το Καζακστάν και το Τουρκμενιστάν, παρακάμπτοντας τη Ρψσία. Οι επαφές άρχισαν ύστερα από αμερικανική πρωτοβουλία, μεταξύ Τουρκίας, Αζερμπαιτζάν, Γεωργίας και Τουρκμενιστάν, αλλά η κοινοπραξία General Electric, Shell και Bechtel δεν προχώρησε λόγω διαφωνιών περί των δικαιωμάτων του Αζερμπαιτζάν και των ρωσικών και ιρανικών διαφωνιών, επομένως παραμένει το BTE.(δυτικών συμφερόντων)
Ο αγωγός Nabucco, στοχεύει στη μεταφορά αερίου από την Κασπία και τη Μέση. Ανατολή από την Τουρκία στην Αυστρία, μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Ουγγαρίας. Από τα 3300 χλμ του αγωγού, τα 2000 θα βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος και αναμενόταν να ολοκληρωθεί το 2011, με κόστος 6 δις $. Όμως το πιθανότερο λόγω οικονομικής κρίσης είναι να μείνει προς το παρόν στο σχεδιασμό όπως ειπώθηκε στην τελευταία συνάντηση των Ευρωπαίων ηγετών, γεγονός που συνιστά μια γεωπολιτική ήττα των Ηπα σε πρώτη φάση. Φυσικά όσο το ενεργειακό σκάκι είναι σε εξέλιξη, η Ευρώπη δεν προκρίνει μια αποκλειστική λύση και στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων μπορεί να επαναφέρει το Nabucco, εις βάρος του ρωσικού αγωγού.
Ο αγωγός Τουρκίας-Ελλάδας-Ιταλίας (TGI), με στόχο την ίδρυση δικτύου φυσικού αερίου Νότιας Ευρώπης για τη μεταφορά αερίου από Κασπία (αζέρικο αέριο), αλλά και τη Ρωσία. Με δυνατότητα μεταφοράς 12 δις κυβικά μέτρα και με 209 χλμ του αγωγού να βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος. Οι Ηπα πιέζουν ο αγωγός αυτός να μεταφέρει αποκλειστικά αζέρικο αέριο κάτι όμως που τον καθιστά προς το παρόν οικονομικά ασύμφορο, ενώ το ρωσικό αέριο είναι έτοιμο προς διάθεση.
Ευθέως ανταγωνιστικός αγωγός στον TGI και στο Nabucco, είναι ο αγωγός South Stream, που στοχεύει να μεταφέρει ρωσικό αέριο στην Ευρώπη, στην Αυστρία μέσω Ρουμανίας και Ουγγαρίας και στην Ιταλία μέσω Ελλάδας αλλά και μέσω Σερβίας, Βοσνίας και Σλοβενίας. Αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2013. Οι Ηπα έχουν εκδηλώσει με κάθε τρόπο την προτίμηση τους στους αγωγούς TGI και Nabucco, γεγονός που εξηγεί και την επιθυμία αναθέρμανσης των σχέσων τους με την Τουρκία. Οι ρωσικοί αγωγοί μπορούν να γεμίζουν με αέριο πολύ πιο γρήγορα από τους ανταγωνιστικούς και αυτό συνιστά ένα συγκριτικό πλεονέκτημα για τη Μόσχα. Η προνομιακή σχέση της Ρωσίας με την ΕΕ, αποτελεί και μια αιτία που η Ουάσιγκτον αποπειράται να συνομιλήσει με το Ιράν( δεύτερη χώρα σε αποθέματα αερίου μετά τη Ρωσία), καθώς ένας επιτυχής προσεταιρισμός του Ιράν, θα μπορούσε να παρακάμψει τη Ρωσία από κάθε ενεργειακό σχεδιασμό. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η τουρκοιρανική συμφωνία για το σχηματισμό κονσιόρτσουμ της Εθνικής Ιρανικής Εταιρείας Εξαγωγής Αερίου (ΕΙΕΕΑ) με μία τουρκική με στόχο τον εφοδιασμό των δυτικών αγορών με ιρανικό φυσικό αέριο. Για να είναι λειτουργικό ένα τέτοιο σχέδιο, πρέπει το Ιράν να ικανοποιήσει την εσωτερική του ζήτηση με πυρηνική ενέργεια. Σίγουρα πέρα από τις φιλοδοξίες της ¨Αγκυρας να μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο, υπάρχει ένα σκληρό διπλωματικό παιχνίδι Ηπα-Ιράν με ανταλλάγματα ίσως την πυρηνική του ενέργεια. Αναμφίβολα η κατάσταση είναι ρευστή και προς το παρόν το παίγνιο είναι μηδενικού αθροίσματος, όμως όλες οι εναλλακτικές για τις αμερικανοιρανικές σχέσεις είναι στο τραπέζι.
Τέλος σημαντικός είναι και ο αγωγός North Stream που στόχος του είναι να μεταφέρει υποθαλάσσια μέσω της Βαλτικής, απευθείας ρωσικό αέριο στη Γερμανία, παρακάμπτοντας την Ουκρανία. Έργο ρωσογερμανικής κοινοπραξίας με διευθύνοντα σύμβουλο τον πρώην Καγκελάριο Σρέντερ. Η σχετική συμφωνία υπογράφτηκε μυστικά επί των ημερών της διακυβέρνησης του. Η Πολωνία είχε χαρακτηρίσει τη δημιουργία του νέο σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, ενώ ο Εσθονός ευρωβουλευτής Ταράν είχε κατηγορήσει τη Ρωσία πως δε σέβεται το μεγαλύτερο σοβιετικό ναυτικό ναυάγιο που βρίσκεται στη Βαλτική(!), σε μια προσπάθεια να επικαλεστεί το κοινό αίσθημα των Ρώσων για θέματα που άπτονται της ιστορίας τους. Το σίγουρο είναι πως ο North Stream αποτελεί σημαντική νίκη στο ενεργειακό σκάκι, συσφίγγει τις σχέσεις Ρωσίας-Γερμανίας και κατ’ επέκταση ενισχύει την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης.
3) Ανταγωνισμοί στη Βαλκανική Χερσόνησο
Ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας το 1999 από το ΝΑΤΟ ,παρά το ρωσικό βέτο στο Σ.Α του ΟΗΕ, διέλυσε τις αυταπάτες της ρωσικής άρχουσας τάξης, ότι θα μπορούσε χάρη σε μια ειρηνική, φιλοαμερικανική εξωτερική πολιτική, όπως αυτή που ασκούσε ο Γιέλτσιν, να διατηρήσει το διεθνές στάτους της ΕΣΣΔ. Ταυτόγχρονα έκανε ορατό πως ο πόλεμος αυτός (που άνοιξε το δρόμο στο δόγμα περί μονομερούς αντίδρασης του Μπους) είχε, μέσα σ΄όλα και ως πολιτικό στόχο τη Ρωσία. Ο πόλεμος αυτός ανανέωσε το δόγμα του ΝΑΤΟ στα πλαίσια της νέας εποχής- ανθρωπιστική επέμβαση- και επέτρεψε στους Αμερικανούς να επεκτείνουν το ΝΑΤΟ προς ανατολάς, εντάσσοντας σε αυτό Τσεχία, Ουγγαρία και Πολωνία, παραβιάζοντας την υπόσχεση που είχε δοθεί τον Ιούλιο του 1990 στον Γκορμπατσώφ από τον Μπέικερ.
Το 2007 η Μόσχα ήταν πια σε θέση να αντιληφθεί πως η ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου και η εμμονή των Ηπα σε αυτήν είχαν και αντιρωσική διάσταση.Τον Απρίλιο του 2007, η υπογραφή από τον Μπους του Νόμου για τη Θωράκιση της Ελευθερίας που άνοιγε το δρόμο για την ένταξη στη Συμμαχία Αλβανίας, Κροατίας, Γεωργίας, Ουκρανίας και FYROM, θεωρήθηκε από τη Μόσχα πρόκληση. Ο Πούτιν απείλησε με αναγνώριση της Νότιας Οσετίας και Αμπχαζίας κάτι που τελικά έπραξε. Ταυτόγχρονα επανήλθε δυναμικά στα Βαλκάνια στηρίζοντας τη Σερβία, βάζοντας την στο ρωσικό ενεργειακό δίκτυο και απείλησε με γενικευμένη σύρραξη σε περίπτωση που αμερικανικά στρατεύματα εγγυηθούν την ασφάλεια του Κοσσόβου, καταλαμβάνοντας το. Είναι προφανές πως τη ρωσική ελίτ απασχολεί η αμερικανική παρουσία στα Βαλκάνια και όχι φυσικά το δίκαιο ή άδικο των σερβικών αιτιάσεων και εκμεταλλεύεται την ευνοϊκή συγκυρία για να επεκτείνει μέσω θυλάκων την παρουσία της στα Βαλκάνια. Οι ιστορικές παραδόσεις, η ορθοδοξία και η απογοήτευση των Σέρβων από τη Δύση δημιουργούν τις προυποθέσεις για μια ρωσική επιστροφή στα Βαλκάνια και πιθανή όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην πολύπαθη αυτή περιοχή.
4) Αντιπυραυλική ασπίδα και εξοπλισμοί
Ένα πεδίο αντιπαράθεσης Ρωσίας-Ηπα, είναι και η λεγόμενη αντιπυραυλική ασπίδα. Οι Ηπα ισχυρίζονται πως η πιθανή πυρηνική αναβάθμιση του Ιράν, αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Ευρώπης και χαράσσουν μια ομπρέλα προστασίας με βάσεις ραντάρ στην Τσεχία και συστοιχίες πυραύλων στην Πολωνία (10). Η απερχόμενη τσεχική κυβέρνηση είχε υπογράψει τη συμφωνία, δίχως να έχει επικυρωθεί από το Κοινοβούλιο, ενώ η Πολωνία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις. Και οι δύο χώρες διεκδικούν περισσότερα οφέλη από τη συμφωνία. Μεγάλο τμήμα του τσέχικου λαού, αλλά και του πολωνικού, αντιτίθεται στην εγκατάσταση αντιπυραυλικού συστήματος, θεωρώντας πως οι χώρες τους μετατρέπονται σε πεδίο γεωπολιτικών και μελλοντικά στρατιωτικών συγκρούσεων. Η νέα κυβέρνηση Ομπάμα, δεν έχει ξεκαθαρίσει τις τελικές της προθέσεις γύρω από το θέμα και ως εκ τούτου, η ασπίδα είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τη Ρωσία. Σε ένδειξη καλής θέλησης η Μόσχα ανέστειλε προσωρινά την εγκατάσταση πυραύλων στο θύλακα του Καλίνιγκραντ, αλλά τα πρώτα δείγματα γραφής του Ομπάμα, αναμφίβολα δεν ικανοποιούν τη Ρωσία. Η Κλίντον, λίγες ώρες πριν συναντήσει το Ρώσο ομόλογο της είχε δηλώσει εμμένοντας στην πολιτική Μπους:πως το σύστημα αυτό προορίζεται για την «αμοιβαία άμυνα» των ΗΠΑ και της Ευρώπης στον 21ο αιώνα. Ενώ θέλοντας να προκαταβάλει επικοινωνιακά το Λαβρόφ συμπλήρωσε: «οι Ρώσοι αρχίζουν πραγματικά άρχισαν να παραδέχονται ότι το αντιπυραυλικό σύστημα δεν κατευθύνεται εναντίον τους» και ο υπαινιγμός της ότι η ανάγκη για μια τέτοια «ομπρέλα» θα παραμείνει ακόμη και αν εκμηδενιστεί η ιρανική απειλή, έδειξε τις πραγματικές προθέσεις των Αμερικανών. Είναι φανερό πως η αντιπυραυλική ασπίδα αποτελεί μια ευθεία πρόκληση κατά της Ρωσίας, αλλά έχει και ως στόχο να καταστήσει την Ευρώπη προκεχωρημένο αμερικανικό φυλάκιο, διχάζοντας την πολιτικά ή και στρατιωτικά. Οι πληροφορίες πως αντίστοιχα συστήματα πυραύλων θα τοποθετηθούν στην Αλάσκα, την Καλιφόρνια και τη ΒΑ Ασία, η προθυμία της Λιθουανίας να συμμετάσχει, φανερώνουν πως είτε οι Ηπα προετοιμάζουν τις θέσεις τους για μια μελλοντική σύρραξη, είτε πως χρησιμοποιούν το πολεμικό χαρτί για να αποσπάσουν ρωσικά ανταλλάγματα και την αποδοχή εκ νέου της ηγεμονίας τους.
Η Μόσχα, όμως από την πρώτη στιγμή, είχε δείξει πως θεωρεί το ζήτημα αυτό «κόκκινη γραμμή». Η ρωσική άρχουσα τάξη αντιλαμβάνεται πως μια υποχώρηση της, θα ματαίωνε όλη την προσπάθεια της να αναδυθεί ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας. Γι’ αυτό από νωρίς ο Ιβανόφ είχε δηλώσει με σκληρή γλώσσα προς τις ηγεσίες Τσεχίας-Πολωνίας: «αν θέλετε αντιπυραυλική ασπίδα, προμηθευτείτε αντιασφυξιογόνες μάσκες»!, ενώ ο ρωσικός στρατός έχει προχωρήσει σε πυραυλικές δοκιμές που διαπερνούν την αντιπυραυλική ασπίδα.
Ο Πούτιν είχε αντιπροτείνει (στην αντιπυραυλική ομπρέλα) στο περιθώριο της συνόδου G8 το 2007, σε ένα μεγαλοφυή αντιπερισπασμό, κοινή αμερικανορωσική βάση στο Αζερμπαιτζάν. Με αυτό τον τρόπο αποκάλυψε τις πραγματικές αμερικανικές προθέσεις ενώ ταυτόγχρονα οι Ρώσοι θα μπορούσαν να αποκτήσουν έρεισμα σε μια περιοχή στρατηγικής σημασίας, λόγω αγωγών, γειτνίασης με Γεωργία κτλ. Η Μόσχα αντιλαμβάνεται πως η αμερικανική ηγεμονία βρίσκεται στη χειρότερη εποχή της, ο Ομπάμα θα διαχειριστεί την ήττα σε Ιράκ και Αφγανιστάν και σκληραίνει τη στάση της, προσδοκώντας σε ένα καλύτερο συσχετισμό δυνάμεων. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται η συμφωνία με το Κιργιστάν που στέρησε στους Αμερικανούς τη μόνη αεροπορική βάση ανεφοδιασμού τους για τον πόλεμο του Αφγανιστάν. Τώρα οι Ηπα έχουν μόνο ως δίοδο ανεφοδιασμού από ξηράς το χαοτικό Πακιστάν, που μετατρέπεται σε ένα δεύτερο μέτωπο του αφγανικού πολέμου. Ή μπορούν να στηριχθούν στη Ρωσία. Αν λοιπόν θέλουν έστω να ηττηθούν αξιοπρεπώς, θα πρέπει να μην διανοηθούν να περικυκλώσουν πυραυλικά τη Ρωσία, γεγονός που εξηγεί το πάγωμα τελικά της αντιπυραυλικής ασπίδας. Αυτή τη στιγμή κάθε πλευρά ψάχνει να κατοχυρώσει τις θέσεις της σε μια μεταβαλλόμενη ισορροπία, που γέρνει το εκκρεμές στην αντιπαράθεση, χωρίς να σημαίνει πως έχουν εκλέιψει τα κοινά συμφέροντα.
Στο πλαίσιο αυτού του ιδιότυπου παιχνιδιού οι Ρώσοι επέτρεψαν ξανά στους νατοϊκούς τη χρησιμοποίηση του ρωσικού εδάφους για τη χερσαία μεταφορά «μη στρατιωτικών εφοδίων» προς το Αφγανιστάν, ενώ υποσχέθηκαν ότι δεν θα εγκαταστήσουν τους νέους πυραύλους «Ιskander» στον θύλακο του Καλίνινγκραντ, αν βεβαίως οι Αμερικανοί «παγώσουν» αντιστοίχως τα σχέδια για την αντιπυραυλική ασπίδα τους. Δε βρισκόμαστε ακριβώς μπροστά σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αλλά η ρωσική ελίτ, αντιλαμβάνεται πως μια αναβάθμιση των οπλικών της συστημάτων, είναι απαραίτητη για να μπορεί να ενισχύσει τη γεωπολιτική της θέση. Μια τέτοια αναβάθμιση συνοδεύεται από τη διεξαγωγή των διπλωματικών διαπραγματεύσεων, χωρίς την παραδοσιακή αβρότητα, αλλά με ψυχροπολεμική γλώσσα. Έτσι ο πρόεδρος Μεντβέντεφ σε μήνυμα που απέστειλε στην Ουάσιγκτον ο ίδιος προς την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, υποσχέθηκε τον «ταχύ εκσυγχρονισμό»των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και την «αναβάθμιση» του πυρηνικού οπλοστασίου τα επόμενα χρόνια. Επικαλούμενος τη σχεδιαζόμενη διεύρυνση του ΝΑΤΟ κοντά στα ρωσικά σύνορα, την απειλή της τρομοκρατίας και τον κίνδυνο περιφερειακών συγκρούσεων, ο ρώσος πρόεδρος τόνισε: «Ο εκσυγχρονισμός είναι απαραίτητος για την προστασία μας από εν δυνάμει απειλή ή απόπειρες να ασκηθούν πιέσεις στο έθνος... Η ανάλυση της πολιτικοστρατιωτικής κατάστασης στον κόσμο έδειξε έναν εν δυνάμει κίνδυνο για σοβαρή σύγκρουση σε ορισμένες περιοχές που τροφοδοτείται από τοπικές κρίσεις και από τις συνεχείς προσπάθειεςτου ΝΑΤΟ να αναπτύξει τη στρατιωτική υποδομή του κοντά στη Ρωσία». Ο ρώσος υπουργός Αμυνας Ανατόλι Σερντιούκοφ εμφανίστηκε μάλιστα ακόμη σκληρότερος έναντι της Δύσης. Οπως είπε ο κ. Σερντιούκοφ, «οι φιλοδοξίες των ΗΠΑ στοχεύουν στην απόκτηση πρόσβασης σε πρώτες ύλες,ενεργειακές και άλλες πηγές σε πρώην σοβιετικές χώρες. «Παρέχεται ενεργός υποστήριξη σε διαδικασίες που προσπαθούν να πιέσουν τη Ρωσία έξω από τη σφαίρα των παραδοσιακών συμφερόντων της» πρόσθεσε ο υπουργός Αμυνας- «φωτογραφίζοντας» τη Γεωργία και την Ουκρανία, αλλά και τα πλούσια σε ορυκτά καύσιμα κράτη που βρέχονται από την Κασπία. Πέρυσι το Κρεμλίνο ανακοίνωσε σχέδια αύξησης των αμυντικών δαπανών της Ρωσίας για την προσεχή διετία - ενώ τα τελευταία χρόνια η Ρωσία έχει σχεδόν υπερτετραπλασιάσει τις αμυντικές δαπάνες της, χωρίς ωστόσο να πλησιάζει καν τις αντίστοιχες αμερικανικές. Για αμυντικές δαπάνες εφέτος, παρά την οικονομική κρίση, έχουν προϋπολογιστεί ενάμιση τρισ. ρούβλια ή 43 δισ. δολάριαεκ των οποίων το 25%, δηλαδή σχεδόν 11 δισ. θα δαπανηθούν για την «πυρηνική αναβάθμιση» της χώρας, με περισσότερους από δέκα νέους διηπειρωτικούς βαλλιστικούς πυραύλους RS-24, να τίθενται σε μάχιμη υπηρεσία.
Επιπλέον, η μάχη για την κυριαρχία και τις ζώνες επιρροής των δύο χωρών, εκδηλώνεται και στο θαλάσσιο χώρο. Έτσι με υπερσύγχρονα υποβρύχια ετοιμάζεται να ενισχύσει την παρουσία της στον Εύξεινο Πόντο η Ρωσική Ομοσπονδία., πολλαπλασιάζοντας την ισχύ του υποβρυχιακού της στόλου.
Από την πτώση της ΕΣΣΔ και μετά, ο στόλος της Μαύρης Θάλασσας αποτελούσε ένα από τα «παράδοξα» των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς επιχειρούσε από ουκρανικούς ναυστάθμους και αποτελούσε το λόγο πολλών διαφωνιών ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Ως αποτέλεσμα αυτού, αποτελούσε ένα από τους θεωρούμενους ως προβληματικούς σχηματισμούς του ρωσικού ναυτικού, με αποτέλεσμα να υποφέρει από ελλείψεις όσον αφορά τον εξοπλισμό και τη συντήρησή του: διαθέτει μόνο δύο ντηζελοκίνητα υποβρύχια, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται εν μέσω μακράς περιόδου επισκευών/ εκσυγχρονισμού.
Στα πλαίσια του επανεξοπλισμού των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε πως θα ανεβάσει τα υποβρύχια του στόλου σε 8-10, τα οποία θα ανήκουν σε μια από τις πλέον μοντέρνες κλάσεις του ρωσικού ναυτικού, Lada. Τα συγκεκριμένα υποβρύχια θα τεθούν σε υπηρεσία μέσα στο 2010 και είναι εξοπλισμένα με ειδική αντι-σόναρ επικάλυψη και σύγχρονο εξοπλισμό, ο οποίος περιλαμβάνει βλήματα cruise.
Οι ανακοινώσεις αυτές ξεσήκωσαν αντιδράσεις από την πλευρά της Ουκρανίας, η οποία όπως παρατηρήσαμε πιο πάνω δεν διατίθεται να συνεχίσει τη διάθεση των βάσεών της για τις επιχειρήσεις του ρωσικού στόλου μετά το 2017 και δε βλέπει θετικά την ενίσχυσή του. Η ρωσική απάντηση ήταν ότι σύντομα δεν θα χρειάζεται η έγκριση της Ουκρανίας, καθώς μέχρι το 2020 θα έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση του ναυστάθμου του Νοβοροσίσκ.
Τέλος στα πλαίσια της αντιπαράθεσης για την αντιπυραυλική ασπίδα, πρέπει να ιδωθεί και η αποχώρηση της Ρωσίας από τη CFE, τη συμφωνία για τον περιορισμό των συμβατικών όπλων στην Ευρώπη (Conventional Forces in Europe treaty). Είναι ένα ποιοτικό στοιχείο το γεγονός πως η Μόσχα κάνει πράξη κάθε ρητορική της δήλωση. Ο Πούτιν είχε διατυπώσει δημόσια αυτήν την κίνηση στην ετήσια συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους στις 26 Απριλίου του 2007. ). Η ρωσική αποχώρηση από τη CFE τέθηκε σε εφαρμογή από τα μεσάνυχτα της 11ης Δεκεμβρίου του 2007. Η σχετική ανακοίνωση του ρωσικού ΥΠΕΞ ανέφερε: “Η συμφωνία που υπογράφτηκε την εποχή του Ψυχρού Πολέμου έχει πάψει να ανταποκρίνεται στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πραγματικότητα και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ασφάλειάς μας, καθώς (τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ) έχουν προχωρήσει σε μια σειρά βημάτων που είναι ασυμβίβαστα με το πνεύμα αλλά και το γράμμα της συμφωνίας”
Το κείμενο της CFE καθόριζε την επιχειρησιακή αριθμητική οροφή των συμβατικών οπλικών συστημάτων (άρματα μάχης, μαχητικά αεροσκάφη, βαρύ πυροβολικό) που μπορούσαν να αναπτύξουν τόσο τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας όσο και τα μέλη του ΝΑΤΟ. Η γεωγραφική περιοχή εφαρμογής της CFE άρχιζε από την ακτογραμμή του Ατλαντικού και κατέληγε στα Ουράλια, ενώ η συμφωνία αναθεωρήθηκε μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, το 1999. Η Ρωσία είχε επικυρώσει την αναθεωρημένη έκδοση της συμφωνίας το 1999, ενώ το ΝΑΤΟ δεν είχε προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, καθώς έθετε ως προϋποθέσεις την αποχώρηση των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη Δημοκρατία της Γεωργίας και τη Δημοκρατία του Μόλδοβα. Ωστόσο, η Μόσχα υποστηρίζει ότι τα δύο ζητήματα δεν συνδέονται μεταξύ τους.
Αναλύθηκαν συνοπτικά κάποια από τα πεδία αντιπαράθεσης Ρωσίας-Ηπα. Το μέλλον δείχνει πως η αντιπαράθεση θα τείνει να κυριαρχεί στις σχέσεις των δύο χωρών, παρά η σύμπτωση απόψεων, καθώς αναδεικνύεται η αντίθεση των συμφερόντων τους, που είχε επικαλυφθεί από την κοινή αντίληψη σε ζητήματα ασφάλειας, οικονομικής ανάπτυξης κτλ. Αναμφίβολα και σχετικά με το ΝΑΤΟ ,πέρα από τις διαφοροποιήσεις και τις εντάσεις, το μετασοβιετικό πλαίσιο των σχέσεων της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ ενεργοποιήθηκε το 1997, ενώ η 11χρονη πορεία των διμερών σχέσεων μπορεί να διαχωριστεί σε τρεις φάσεις:
1η φάση: μετά τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν την πολεμική εμπλοκή του ΝΑΤΟ, τόσο με τους βομβαρδισμούς κατά της Σερβίας όσο και κατά στόχων στο Κοσσυφοπέδιο, η Ρωσία ήταν η μεγαλύτερη χώρα μη μέλος του ΝΑΤΟ που συμμετείχε στις -υπό νατοϊκή διοίκηση- επιχειρήσεις για μία επταετία.
2η φάση: η θεσμοθέτηση και λειτουργία του Συμβουλίου ΝΑΤΟ - Ρωσίας (NATO - Russia Council -NRC) το 2002, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας να υπερνικηθούν τα στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και να αντιμετωπιστούν οι μελλοντικές προκλήσεις ασφάλειας στην Ευρώπη.
3η φάση: σε εφαρμογή του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, περί συλλογικής ασφάλειας, ναυτικές μονάδες του ρωσικού στόλου συμμετείχαν για πρώτη φορά, το 2006, στις συμμαχικές αντιτρομοκρατικές περιπολίες του ΝΑΤΟ που πραγματοποιούνται στη Μεσόγειο θάλασσα. Από το 2007 και μετά και ειδικά μετά τον πόλεμο στη Γεωργία έχει επέλθει σημαντικό πάγωμα των διμερών σχέσεων, αλλά η «παλιά» Ευρώπη επιθυμεί συνέχιση των σχέσεων. Η νέα πραγματικότητα της βαθιάς ύφεσης θα οδηγήσει σε μια προσωρινή αναθέρμανση των αμερικανορωσικών σχέσεων και κατά συνέπεια και των σχέσεων Ρωσίας-ΝΑΤΟ
Συνέχεια εδώ: http://avantgarde.ks-ee.org/node/69







